Ἰσαὰκ Σύρου

Ἀρχικὴ Σελίδα: Τέρτιος
Ἑπόμενο: ΛΟΓΟΣ Α’ - Περὶ Ἀποταγῆς καὶ Μοναχικῆς Πολιτείας
Προηγούμενο: -
Πίναξ Περιεχομένων: Ἰσαὰκ Σύρου

Βίος καὶ ἔργα τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου

Ὁ συριακῆς καταγωγῆς ἀββᾶς Ἰσαάκ, γεννήθηκε στὸ Bet Κatraye τὸ σημερινὸ Katar στὸν Περσικὸ κόλπο, ἐνῶ κατ’ ἄλλους γενέτειρά του ἦταν ἡ πόλη Νινευί, κοντὰ στῇ Μοσούλη τῆς Μεσοποταμίας. Δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ ἀκριβὴς χρονολογία τῆς γέννησής του. Ἡ μέχρι σήμερα ἔρευνα τοποθετεῖ τῇ ζωὴ καὶ τῇ δράσῃ τοῦ στὸν 7ο αἰῶνα στηριζόμενη κυρίως στὶς πληροφορίες ποῦ ὑπάρχουν σχετικὰ μὲ τῇ χειροτονία τοῦ σὲ ἐπίσκοπο. Δὲν εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ποιοῖ ἦταν οἱ γονεῖς του καὶ πῶς ἔζησε τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι σὲ νεαρὴ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφὸ του εἰσῆλθε νὰ μονάσει σὲ ἕνα κοινόβιο τῆς περιοχῆς, τὸ ὀποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στὸν μάρτυρα ἅγιο Ματθαῖο. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ γυμνάστηκε στοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ κόπους τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, ἐπεθύμησε πιὸ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ ἡσυχία. Ἔφυγε ἔτσι ἀπὸ τή μονὴ καί ἀφοῦ ἦλθε σέ ἐρημικὸ τόπο, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τῇ συναναστροφὴ μὲ πολλούς, ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο κελλί, «μόνος μόνῳ Θεῷ», ἀσκούμενος στὴν ζωὴ τῆς καθαρῆς ἡσυχίας. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τῇ ζωὴ τῆς ἡσυχίας ἦταν τέτοια ὥστε οἱ ἐπίμονες προτροπὲς καὶ παρακλήσεις τοῦ ἀδελφοῦ του, ἡγουμένου πιὰ τοῦ κοινοβίου, νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν ἔρημο στή μονή, δὲν εἶχαν κανένα ἀποτέλεσμα.

Αὐτὸ ὅμως ποῦ δὲν κατόρθωσαν οἱ ἀδελφικὲς παρακλήσεις τὸ πέτυχε ἡ κλήση ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου. Ἐγκαταλείπει ἔτσι τὴν ἔρημο, ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ὁποίας ὅλη ἡ καρδιὰ τοῦ φλεγόταν, καὶ χειροτονεῖται ἐπίσκοπος τῆς μεγάλης πόλεως Νινευὶ ἀπὸ τὸν καθολικὸ τῆς Νεστοριανικῆς Ἐκκλησίας Γεώργιο (600-680). Ὁ ἱερομόναχος Νικηφόρος Θεοτόκης, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐξέδωσε τυπογραφικὰ τὴν ἑλληνικὴ μετάφραση τῶν Ἀσκητικῶν τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, ἀναφερόμενος στὴν ἐκλογὴ σὲ ἐπίσκοπο τοῦ ἁγίου γράφει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Καὶ γὰρ οὐκ ἔδει τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν ἐρημικὸν κατακρύπτεσθαι μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν ποιμαντικὴν ἐπιτεθεῖναι λυχνίαν, καὶ τῆς φωταυγοῦς ἀρετῆς ποῤῥωτέρω τὰ πάμφωτα ἐκπέμψαι σελαγήματα». Ἐξαιτίας τῆς ὕπαρξης καὶ ἄλλων μὲ τὸ ὄνομα Ἰσαάκ, συριακῆς καταγωγῆς, οἱ ἐπιστήμονες γιὰ νὰ τὸν ξεχωρίζουν πρόσθεσαν στὸ ὄνομά του τὸ ὄνομα τῆς ἐπισκοπῆς: Ἰσαὰκ ὁ Νινευὶ ἢ Ἰσαὰκ ὁ Νινευίτης, καὶ ὄχι τὸ ἐπίθετο ποῦ ἡ παράδοση τοῦ εἶχε προσάψει Ἰσαὰκ ὁ Σύρος.

Δὲν ἔμελλε ὅμως νὰ μείνει γιὰ πολὺ στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ὁ ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἄσκησης Ἰσαάκ. Οἱ πολλὲς ἀσχολίες καὶ οἱ περισπασμοὶ ἀπὸ τὴν ἐκτέλεση τῶν ἐπισκοπικῶν του καθηκόντων παράλληλα μὲ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία ὁδήγησαν τὸν Ἀββᾶ στὴν ἀπόφαση, πέντε μῆνες μετὰ τῇ χειροτονία του, νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἐπισκοπὴ καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀγαπημένη τοῦ ἔρημο κοντὰ στῇ ὁροσειρὰ τοῦ Cuzistan, στὴν περιοχῇ τῆς ἀρχαίας Σουσιανῆς καὶ ἀργότερα στή μονὴ Rabban Sabor. Γράφει σχετικὰ ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης: «Ὁρῶν δὲ καὶ τὸν ἐν τῇ ἡσυχίᾳ ἐθισθέντα αὐτῷ ἀπράγμονα καὶ ἀτάραχον βίον ὑπὸ τῶν τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἐπαγγέλματος ἀσχολιῶν περισπώμενον τε καὶ διαθορυβούμενον, τοῦ θρόνου ὑποχωρήσας, εἰς τὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ πεφιλημένην αὐτῷ ἐπανῆκε σκήτην...». Ἐξαιτίας δὲ τῆς μεγάλης ἄσκησης καὶ τῆς πολλῆς μελέτης ἔχασε τὸ φῶς τοῦ. Πέθανε σὲ μεγάλη ἡλικία στὴν μονὴ Rabban Sabor, ὅπου καὶ τάφηκε.

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος δὲν ἔχει ἀναγνωριστεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἅγιος, δὲν περιλαμβάνεται στὸ Ἁγιολόγιο ἢ τὸν Συναξαριστὴ της καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ μνήμη του δὲν ἑορτάζεται στοὺς ναούς. Ἡ συνείδηση ὅμως ὅσων γνωρίζουν τὸν Ἀββᾶ μέσα ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, καὶ ἰδιαίτερα τῶν μοναζόντων, τὸν κατατάσσει ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους καὶ τοὺς μεγάλους ὁσίους τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ ἅγιον Ὄρος γίνεται ἀναφορᾷ στῇ μνήμῃ του τὴν 28η Ἰανουαρίου μαζὶ μὲ τῇ μνήμῃ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου. Ὑπάρχουν μάλιστα καὶ δύο πλήρεις ἀκολουθίες ποῦ ὑμνοῦν τὴν ἁγία ζωὴ καὶ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ. Ἀπὸ αὐτὲς ἡ μία ἀναφέρεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ εἶναι ποίημα τοῦ ἀειμνήστου γέροντος ὑμνογράφου Γερασίμου τοῦ Μικραγιαννανίτου, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀναφέρεται καὶ στοὺς δύο ὁσίους Ἰσαὰκ καὶ Ἐφραὶμ καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ τὸ 1962 ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τῆς «Ἄγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης» τοῦ Σωτηρίου Ν. Σχοινᾶ στὸ Βόλο μὲ τὸν τίτλο «Ἀκολουθία καὶ βίος τῶν ὁσίων θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν Ἰσαὰκ καὶ Ἐφραὶμ τῶν Σύρων, ψαλλομένη τῇ ΚΗ’ Ἰανουαρίου, ποιηθεῖσα παρὰ Νήφωνος μοναχοῦ Ἀγιορείτου». Στὶς πρῶτες σελίδες μάλιστα τῆς δεύτερης αὐτῆς ἀκολουθίας ὑπάρχει καὶ σχετικὴ εἰκόνα τοῦ ὁσίου, φιλοτεχνημένη ἀπὸ τὸ Φώτη Κόντογλου, μὲ τὸν ὑπότιτλο «Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὁ θεόπνευστος».

Ὁ βασικὸς λόγος γιὰ τὸν ὀποῖο ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ δὲν ἔχει περιληφθεῖ στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι προῆλθε ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Νεστοριανικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσκοπος χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν καθολικὸ τῆς Νεστοριανῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε. Ἀλλὰ ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητὴς π. Θεόδωρος Ζήσῃς σὲ σχετικὸ ἄρθρο του στὸν 1ο τόμο τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Θεσσαλονίκης «φαίνεται ὅτι μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ διεφυλάχθη καθαρὸς ἀπὸ τὴν νεστοριανήν αἵρεσιν, ὅπως τοῦτο συνάγεται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἔργων του. Εἰς αὐτὰ ἀποκαλεῖ τὴν Παναγίαν Θεοτόκον. Ἀναφερόμενος δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως καὶ δὲν νεστοριανίζει». Ἡ ὀρθοδοξότητα τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ συνάγεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ νεστοριανὴ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μὲ ἐπιφύλαξη τὰ συγγράμματά του, ὁ νεστοριανὸς δὲ ἐπίσκοπος τῆς Garmai Bar Toubanit Δανιὴλ ἔγραψε ἀναίρεση τῆς διδασκαλίας του. Ἡ διάσωση τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὸ Νεστοριανισμό εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ διαδοθοῦν τὰ συγγράμματά του σὲ ὅλο τὸ χριστιανικὸ κόσμο ἀσκώντας μεγάλη ἐπίδραση ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλους σὰν ἅγιος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μεγάλους Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Σχετικὰ μὲ τὰ συγγράμματα τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ὑπάρχουν πολλὲς ἀπόψεις ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό, τὴν ποσότητα καὶ τῇ μορφή. Τὸ μεγαλύτερο πάντως μέρος τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν ἀναφέρεται στῇ μοναχικὴ ζωή, εἶναι χωρισμένο σὲ λόγους, ποῦ ποικίλλουν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸ ἀπὸ κώδικα σὲ κώδικα, καὶ διασώζεται σὲ πολλὰ χειρόγραφα. Τὸ ἑλληνικὸ κείμενο τῶν λόγων τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ποῦ κυκλοφορεῖ στηρίζεται στῇ μετάφραση ἀπὸ τὰ συριακὰ ποῦ ἔγινε τὸν 9ο αἰῶνα στὴν ἑλληνόφωνη μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς Πατρίκιο καὶ Ἀβράμιο. Ἡ ἐξάπλωση ἔτσι τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ στὸν ἑλληνόφωνο χριστιανικὸ κόσμο ὑπῆρξε μεγάλη, ἰδιαίτερα στοὺς μοναχικοὺς κύκλους. Ἡ πρώτη τυπογραφικὴ ἔκδοση τῶν Ἀσκητικῶν λόγων τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἔγινε στῇ Λειψία τὸ 1770 ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Νικηφόρο Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε αὐτὸ τὸ ἔργο μετὰ ἀπὸ προτροπῇ τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἐφραίμ. Ἐπανέκδοση τῆς ἔκδοσης τοῦ Θεοτόκη ἔγινε τὸ 1895 στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη, στὴν ὁποία στηρίζονται ὅλες οἱ σημερινὲς ἐπανεκδόσεις.



Ἑπόμενο: ΛΟΓΟΣ Α’ - Περὶ Ἀποταγῆς καὶ Μοναχικῆς Πολιτείας
Προηγούμενο: -
Πίναξ Περιεχομένων: Ἰσαὰκ Σύρου
Ἀρχικὴ Σελίδα: Τέρτιος